ΩΡΑΡΙΟ
ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Ταφή του Κόμη Οργκάθ… στο αρχείο Τώνη Π. Σπητέρη

Η Ταφή του Κόμη Οργκάθ (El entierro del conde de Orgaz) αποτελεί ένα γραπτό του Πικάσο, παραμύθι, ποίημα ή θεατρικό, γραμμένο κυρίως στα ισπανικά, με λίγες γαλλικές φράσεις. Δημοσιεύτηκε στη Βαρκελώνη το 1969 στις εκδόσεις του Gustavo Gili, με χαρακτικά του Πικάσο και ένα ποίημα του Rafael Alberti ως πρόλογο.

Στο αρχείο του Τώνη Π. Σπητέρη φυλάσσονται δύο αποκόμματα της εφημερίδας Les Lettres Françaises στην οποία δημοσιεύονται το ποίημα του Rafael Alberti και απόσπασμα του κειμένου του Πικάσο, (μεταφρασμένο στα γαλλικά από τον Pierre Daix), το οποίο χρονολογείται στις 4 Αυγούστου 1957, ακριβώς δύο μέρες πριν αρχίσει να εργάζεται στην σειρά των Μενίνας. Διαβάζει κανείς σε αυτό κατά κάποιον τρόπο την ποιητική προετοιμασία αυτής της δουλειάς, κάτι που μαρτυρεί τη σχέση ανάμεσα στη ζωγραφική του Πικάσο και στα γραπτά του. Στο κείμενο του Πικάσο είναι σαφής η διείσδυση των Μενίνας στην Ταφή του Κόμη Οργκάθ, συνεπώς οι προτιμήσεις του για τους Βελάσκεθ, Γκρέκο και ακόμη τον Γκόγια.

Μετάφραση αποσπάσματος από την Ταφή του Κόμη Οργκάθ

14-8-57 Ακολουθεί η κηδεία του Κόμη του Οργκάθ

Ο Δον Ντιέγκο Φίρμε [ευθυτενής], ο Δον Ραμόν ο Δον Πέδρο ο Δον Γκονθάλο ο Δον Χουεθ [δικαστής] ο Δον Περεγρίνο [προσκυνητής] ο Δον Φλάβιο και ο Δον Γκουστάβο και ο Δον Ρίκο [πλούσιος] ο Δον Κλαβέλ [γαρύφαλλο] ο Δον Μορθίγια [είδος λουκάνικου] και ο Δον Ράτο [στιγμή] ο Δον Ρικάρδο ο Δον Ρουχίδο [βρυχηθμός] ο Δον Γκόθο [απόλαυση] ο Δον Ρούμπιο [ξανθός] ο Δον Μορένο [μελαχρινός] ο Δον Κάνο [ασπρομάλλης] στην άκρη του ανοιχτού κύκλου τρώνε το μετάξι που βρέχει ο ασπρομάλλης που θηλάζουν τσιριχτά οι χρυσές κλωστές της πανδαισίας κουκουβαγιών οι λωρίδες με βελόνες φυτεμένες μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι γεμάτο ασημένια κέρματα πάνω αριστερά της βεντάλιας αναψυκτικών τοποθετημένης στο παράθυρο που βλέπει στο λιμάνι γεμάτο γιασεμί τα κομμάτια ξύλου των αμφίων και τα πόδια χήνας του κοπαδιού λουκανίζουν τα κλειδιά του φτερού λαδιού των ψαλμών και τριξιμάτων που βράζουν ανάμεσα στα δάχτυλα των φτερούγων της κατσίκας. Οι πονηριές που ξεπουπουλιάζουν τα δίχτυα και τα μπουκέτα από αστέρια και αστεράκια από το πόδι του ξεριζώνουν το δέρμα του μπλε που ματώνει σταγόνα σταγόνα πάνω στην ανοιχτή παλάμη της κουρτίνας και η μυρωδιά του πατσά του κλαρίνου που αναγγέλλει την άφιξη των τριών μάγων πιο μεθυσμένων από τη θεία τους κοιμισμένοι τον ύπνο του δικαίου και ροχαλίζοντας γαζώνουν την προίκα αστραπών του καλοκαιρινού ονείρου που θα φορούσε το κορίτσι στον χορό εκείνο το βράδυ αν γρήγορα και βιαστικά δεν πέφτει ευχάριστα στα σπασμένα μπράτσα της πολυθρόνας της αυγής Παραμονή Χριστουγέννων και δεκατέσσερις Ιουλίου παντρεμένοι και χωρίς παιδιά παλτό και μανδύας περιπάτου σάβανο ταυρομάχου με καραμέλες νερό στάμνας ήμερο ρυάκι καλυμμένο με ακόντια με πυροτεχνήματα το μεσημέρι τραγουδώντας και χορεύοντας οι αναλαμπές τους στα ρούχα του με οινόπνευμα και δυόσμο σφυρίχτρες και φλάουτα που ξύνουν τους ψύλλους τους κάτω από τη μαρκίζα του ροδαλού τοίχου της κουζίνας.

Και εδώ τελειώνει το παραμύθι και η πανδαισία. Όσα έγιναν ούτε ο τρελός δε τα ξέρει πια.

Η γυναίκα του ταχυδρόμου έφυγε με τον ξάδερφό της στην ταυρομαχία, ο ταχυδρόμος την έκανε με την αδερφή της κουνιάδας του Αμαλία και ο ανιψιός ούτε που έμαθε κανείς τι έκανε όλο το απόγευμα και τι ώρα γύρισε σπίτι. Δεν ήταν εκείνο το βράδυ ούτε την άλλη μέρα που έγινε της τρελής αλλά τη μέρα που γιόρταζε η θεία Ρεγουέλδο στη μέση του φαγοποτιού που εξερράγη το γλυκό. Η κόρη του Περδαγκίνο από το πουκάμισο αμόλησε μια κλανιά και βγάζοντας τα βυζιά από το πουκάμισο σήκωσε τις φούστες της και μας έδειξε το μουνί της. Φαντάσου τη φάτσα του παπά και τις αταξίες του ανιψιού τα κορίτσια του γιδοβοσκού τα πουτανάκια απέναντι και οι καλόγριες έκαναν το σταυρό τους και πέθαιναν στα γέλια από τις τόσες αστραπές και βροντές.

Κάρμεν

τραλαλα λα λα λα λα…

ταυρομάχος ταυρομάχος ταυρομάχος

Τα τέσσερα κορίτσια στα κρεβάτια τους κηδεύουν τον κόμη του Οργκάθ

Το αγοράκι παίζει πιάνο κρεμασμένο δεμένο από το λαιμό ιππεύοντας ένα άλογο ντυμένο μάγειρας με το τρίκορνό του (πένθιμο) κρατάει στο αριστερό του χέρι ένα τηγάνι σαν ασπίδα (το άλογο μαύρη σαγή και ασήμι) αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις Μενίνας

Κρεμάει από τα δυο τσιγκέλια του ταβανιού ένα ζαμπόν και τσοριθος [αλλαντικό] ο Μοδέστο Καστίγια εξώγαμος γιος του Κυρίου Ραμόν Πέρεθ Κορτάλες

Ο Κύριος Δ. βάζει την παλέτα-καθρέφτη του απέναντι από τον καθρέφτη καρφωμένο στον τοίχο στο βάθος του δωματίου

Η μορφή στην πόρτα είναι ο Γκόγια που ζωγραφίζει σχεδιάζοντας μια αυτοπροσωπογραφία με το καπέλο του τρίκορνο μάγειρα και τα ριγέ του παντελόνια όπως ο Κουρμπέ και εγώ – χρησιμοποιώντας ένα τηγάνι σαν παλέτα

Το τέταρτο κορίτσι από αριστερά ιππεύει ένα άλογο καλυμμένο με μαύρη σαγή και περιποιημένο ασήμι έφιππου ταυρομάχου

πάνω στον πίνακα μια κουκουβάγια που ήρθε ένα βράδυ να σκοτώσει περιστέρια στο δωμάτιο όπου ζωγραφίζω

όλα τα περιστέρια

πάνω στα πλήκτρα του πιάνου η γόπα ενός αναμμένου τσιγάρου

και οι δυο αστυφύλακες πίσω από τις Μενίνας

στον ουρανό της κηδείας του Κ. του Οργάθ Πεπεΐγιο –Γκαγίτο [κοκοράκι] και Μανολέτε-

Στα κρεβάτια τους οι Μενίνας παίζουν ότι θάβουν τον Κόμη του Οργκάθ

Μετάφραση από τα ισπανικά: Carmen Jorje

Από τον κατάλογο της έκθεσης «Picasso Suite 347», Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α. Π. Θ., Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 81- 82